Συχνές ερωτήσεις

Παρακαλώ επιλέξτε την κατηγορία των συχνών ερωτήσεων

Αναζήτηση συχνών ερωτήσεων
Δείτε όλες τις συχνές ερωτήσεις

Κατά τον Α.Κ. η πλήρης σύμβαση εργασίας καταρτίζεται ατύπως, δηλαδή χωρίς να απαιτείται συστατικός έγγραφος τύπος. Κατ' εξαίρεση με ειδικές διατάξεις έχει καθιερωθεί η υποχρέωση έγγραφου τύπου κατά την πρόσληψη μισθωτών ή την τροποποίηση της αρχικής σύμβασης, όπως στις περιπτώσεις της μειωμένης απασχόλησης (Άρθρο 2 του Ν. 3846/2010), στην σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (Π.Δ. 180/2004), στη σύμβαση πρόσληψης τεχνικού ασφαλείας και ιατρού εργασίας (Ν. 3850/2010 ), στη σύμβαση εργασίας προσωπικού ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου - ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, στη σύμβαση εντολής δικηγόρου κ.λπ.

Επειδή δεν απαιτείται έγγραφο προς απόδειξη της κατάρτισης της πλήρους σύμβασης εργασίας (40ωρη και 6ήμερη ή 5θήμερη εβδομαδιαία εργασία) προς διευκόλυνση των συναλλαγών στην εξαρτημένη εργασία, ο εργοδότης με βάση το Π.Δ. 156/1994, με το οποίο προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία προς την οδηγία 91/533 της τότε ΕΟΚ , που προσλαμβάνει προσωπικό υποχρεούται, αν δεν καταρτίσει γραπτή σύμβαση εργασίας με τον εργαζόμενο στην οποία να περιέχονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από το παραπάνω Π.Δ., να επιδίδει στον εργαζόμενο μία γραπτή γνωστοποίηση των όρων εργασίας του μισθωτού, η οποία δεν αποτελεί μεν σύμβαση και δεν χρειάζεται την υπογραφή του εργαζόμενου παρά μόνο για την απόδειξη επίδοσης σ' αυτόν του εντύπου επί του οποίου ο εργαζόμενος παραλαμβάνοντάς το δικαιούται να επιφυλαχθεί ορισμένων σημειώσεων του εργοδότη.

Τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει η γνωστοποίηση του Π.Δ. 156/1994 είναι:

α) Τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων.

β) Τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση κατοικίας του εργοδότη.

γ) Τη θέση ή την ειδικότητα του εργαζόμενου, το βαθμό του, την κατηγορία της απασχόλησής του καθώς και το αντικείμενο της εργασίας του.

δ) Την ημερομηνία έναρξης της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας και τη διάρκεια αυτής, αν καταρτίζεται για ορισμένο χρόνο.

ε) Τη διάρκεια της άδειας με αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος, καθώς και τον τρόπο και χρόνο χορήγησής της.

στ) Το ύψος της αποζημίωσης που οφείλεται και τις προθεσμίες που πρέπει να τηρούν εργοδότης και εργαζόμενος, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, σε περίπτωση λύσης της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας με καταγγελία.

ζ) Τις πάσης φύσης αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος και την περιοδικότητα καταβολής τους.

η) Τη διάρκεια της κανονικής ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης του εργαζόμενου.

θ) Αναφορά της συλλογικής ρύθμισης που έχει εφαρμογή και καθορίζει τους ελάχιστους όρους αμοιβής και εργασίας του εργαζόμενου.

Η πληροφόρηση για τα στοιχεία των περιπτώσεων ε, στ, ζ και η μπορεί να γίνεται και με παραπομπή στις ισχύουσες διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας.

Επίδοση του εντύπου αυτού της γνωστοποίησης των όρων εργασίας του εργαζομένου δεν απαιτείται αν, παρά το άτυπο της κατάρτισης της σύμβασης αυτής, ο εργοδότης συντάξει κανονική και πλήρη σύμβαση με όποιους όρους αυτός επιλέξει και καλέσει τον εργαζόμενο να την αποδεχθεί και να την υπογράψει, λαμβάνοντας αντίγραφό της.

Με βάση τις διατάξεις του Ν. 2874/2000 , όπως ισχύει σήμερα, το Ν.Δ. 763/1970 και 4152/2013 , ο εργοδότης που επιθυμεί να προσλάβει προσωπικό με εξαρτημένη σχέση εργασίας (ορισμένου ή αορίστου χρόνου, πλήρους ή μερικής απασχόλησης κλπ.), οφείλει: α) Να υπογράψει ατομική σύμβαση εργασίας με τον εργαζόμενο ή στην περίπτωση της πλήρους απασχόλησης, να του επιδώσει το έντυπο Γνωστοποίησης των όρων εργασίας και να υποβάλλει ηλεκτρονικά στο Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ του Υπ. Εργασίας την ίδια ημέρα της πρόσληψης και μάλιστα πριν την ώρα της έναρξης της εργασίας του κατά την πρώτη ημέρα, το ενοποιημένο έντυπο Ε3-Ε4, που επέχει θέση κάρτας πρόσληψης στον ΟΑΕΔ και κατάστασης προσωπικού του ΣΕΠΕ. Αν ο εργοδότης προσλαμβάνει προσωπικό για πρώτη φορά , έχει τη δυνατότητα να υποβάλλει το έντυπο αυτό εντός 3 ημερών, αφού προηγούμενα αναγγελθεί στο ΙΚΑ και λάβει Αριθμό Μητρώου Εργοδότη (ΑΜΕ). Παράλληλα οφείλει να συνάψει σύμβαση εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών με τεχνικό ασφαλείας που έχει τα προσόντα που ορίζει ο Ν. 3850/2010 , τα στοιχεία του οποίου θα δηλωθούν στο έντυπο Ε3-Ε4, να ανοίξει βιβλίο αδειών του Ν. 3846/2010,όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4254/2014 και βιβλίο υπερωριών του άρθρου 80 του Ν. 4144/2013.

Με τις διατάξεις του Ν. 2556/1997, όπως συμπληρώθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 18 του Νόμου 3232/2004, οι εργοδότες που προσλαμβάνουν προσωπικό ασφαλιζόμενο στο ΙΚΑ για οποιοδήποτε λόγο, οφείλουν να διεκπεραιώσουν πρώτα τις διαδικασίες αναγγελίας της ασφάλισης των νεοπροσλαμβανομένων μισθωτών, που τίθενται από το άρθρο 26 του Α.Ν. 1846/1951, εφόσον σ' αυτές δεν αφήνεται χρονικό περιθώριο μεταγενέστερης τακτοποίησής τους, αλλά απαιτείται η αυθημερόν ενημέρωση των σχετικών εντύπων του ΙΚΑ, με την απειλή μάλιστα βαρύτατων προστίμων στις περιπτώσεις διαπίστωσης παραβίασης των διατάξεων αυτών. Ο σκοπός βεβαίως των παραπάνω διατάξεων περί ΙΚΑ και ΟΑΕΔ είναι διαφορετικός, δεν θα έβλαπτε όμως εάν προβλέπονταν, με την ευκαιρία ψήφισης του Ν. 2556/1997, συνδυασμός των διατάξεων αυτών, ώστε να ισχύουν ίδιες προθεσμίες τόσο για το ΙΚΑ, όσο και για τον ΟΑΕΔ, Επιθ/ση Εργασίας κ.λπ., ώστε να μη δημιουργούνται σύγχυση και γραφειοκρατικές αντιφάσεις για τις ήδη πολύ επιβαρημένες και από άλλες διατάξεις (φορολογικές κ.λπ.) ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Για την κατάρτιση σύμβασης εργασίας μειωμένης απασχόλησης προβλέπει σήμερα το άρθρο 2 του Ν. 3846/2010. Επί του θέματος του παραπάνω ερωτήματος , εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους σε σχετικό ερώτημα του Υπ. Εργασίας με σχετική παλαιότερη γνωμοδότησή του απάντησε ότι το μειωμένο ημερήσιο ωράριο εργασίας, εκτός αντίθετης ρητής συμφωνίας των μερών στην ατομική τους σύμβαση, δεν λαμβάνεται υπόψη ως πλήρης ημέρα απασχόλησης, αλλά αναλογικώς κατά τον λόγο του χρόνου της μειωμένης απασχόλησης προς το νόμιμο, (συμβατικό θα λέγαμε σήμερα μετά την καθιέρωση του 40ώρου ή άλλων μικρότερων εβδομαδιαίων ωραρίων εργασίας εβδομαδιαίας εργασίας με Σ.Σ.Ε. ή ΔΑ), ωράριο που διέπει τον κλάδο, το επάγγελμα ή το προσωπικό της συγκεκριμένης επιχείρησης. Συνεπώς ερμηνεύοντας τις διατάξεις του Ν. 3846/2010 με το ίδιο σωστό, κατά την άποψή μας πνεύμα του νομοθέτη, έχουμε τη γνώμη ότι για τον υπολογισμό της προϋπηρεσίας η οποία προσφέρθηκε σε συναφή και ομότιμα καθήκοντα, όπως συνήθως εκφράζονται στις οικείες διατάξεις τους οι συντάκτες των Σ.Σ.Ε. και των Δ.Α. του Ν. 1876/1990, που προσφέρθηκε με σύμβαση μερικής απασχόλησης (μειωμένο ωράριο) π.χ. 4ωρο ημερησίως σε προϋπηρεσία πλήρους απασχόλησης, θα πρέπει να γίνει αναγωγή του συνόλου των ωρών που αντιστοιχούν στο χρόνο της μειωμένης απασχόλησης, σε ημέρες πλήρους απασχόλησης με την διαίρεση των ωρών της μειωμένης απασχόλησης δια του αριθμού των ωρών της πλήρους ημερήσιας, κατά περίπτωση, απασχόλησης συγκρίσιμου εργαζόμενου στην επιχείρηση ή εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση.

Θα πρέπει επίσης προς αποφυγή διενέξεων ο εργοδότης κατά την πρόσληψη του μισθωτού, να ζητά έγγραφη δήλωσή του για τυχόν υφισταμένη προϋπηρεσία του σε συναφή και ομότιμα καθήκοντα, διευκρινίζοντας και τον τρόπο που παρασχέθηκε η σχετική εργασία (είδος σύμβασης, μερικής ή πλήρους απασχόλησης κ.λπ.) και με την υποχρέωση του μισθωτού να προσκομίσει τα σχετικά πιστοποιητικά προϋπηρεσίας εντός ευλόγου χρόνου. Τα στοιχεία αυτά άλλωστε είναι απαραίτητα για την συμπλήρωση των σχετικών ενδείξεων στην τηρούμενη Κατάσταση Προσωπικού και Ωρών Εργασίας,(Σήμερα το έντυπο Ε3-Ε4) που υποβάλλεται στο ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ , σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν. 2874/2000, όπως ισχύει σήμερα με την ηλεκτρονική υποβολή των εντύπων στον ΟΑΕΔ αι το ΣΕΠΕ.(ΥΑ 29502/2014 όπως ισχύει σήμερα).

Με την παρ. 9 του άρθρου 2 του νέου νόμου 3846/2010, γίνεται βασική διαφοροποίηση από το προηγούμενο καθεστώς στο θέμα της αμοιβής των εργαζομένων με μειωμένο ημερήσιο ωράριο. Συγκεκριμένα με τη νέα διάταξη ορίζεται ότι «Οι αποδοχές των εργαζομένων με μειωμένη απασχόληση υπολογίζονται όπως και οι αποδοχές του συγκρίσιμου εργαζομένου και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης».

Μία νέα διάταξη στο σύστημα της αμοιβής των εργαζομένων με μειωμένη απασχόληση τίθεται με την παρ. 11 του άρθρου 2 του νέου νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 του Ν. 3899/200, κατά την οποία «Αν παραστεί ανάγκη για πρόσθετη εργασία του μισθωτού, πέρα από αυτή που έχει συμφωνηθεί, ο μισθωτός έχει υποχρέωση να την παράσχει, αν είναι σε θέση να το κάνει και η άρνησή του δεν αντίκειται στην καλή πίστη. Αν παρασχεθεί εργασία πέρα της συμφωνημένης ο μερικώς απασχολούμενος δικαιούται αντίστοιχης αμοιβής με απλά ωρομίσθια». Επίσης στη διάταξη αυτή ορίζεται ότι ο μισθωτός δικαιούται να αρνηθεί την προσφορά πρόσθετης εργασίας, αν αυτή λαμβάνει χώρα κατά συνήθη τρόπο.

Η διάταξη αυτή έχει προφανώς την έννοια ότι αν η απαίτηση του εργοδότη για προσφορά πρόσθετης εργασίας είναι καθημερινή ή σχεδόν καθημερινή που καταλήγει σε σιωπηρή μετατροπή της μερικής απασχόλησης σε πλήρη, ο μισθωτός έχει δικαίωμα να την αρνηθεί αφού ο παραπάνω αναφερόμενος περιορισμός δεν αντίκειται στην κρίση του εργαζομένου.

Με το άρθρο 2 του Ν. 2639/1998, όπως ισχύει σήμερα μετά το άρθρο 2 του Ν. 3846/2010, επαναρρυθμίστηκε το σύστημα εργασίας της μερικής απασχόλησης των εργαζομένων. Και ναι μεν υπήρχε και προηγουμένως ανάλογος νομοθετική ρύθμιση (Ν.Δ. 2956/1961 άρθρο 13 παρ. 7, άρθρο 38 Ν. 1892/ 1990), όμως η τελευταία αυτή του 2010 καλύπτει σωστά και με πληρότητα όλες τις δυνατές μορφές της εκ περιτροπής εργασίας και τις συνέπειες στην εργασιακή θέση των με το σύστημα αυτό απασχολουμένων μισθωτών. Επειδή δε με την παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν. 3464/1955 καταργήθηκε το Ν.Δ. 2511/1953 και η λειτουργία της Επιτροπής που προβλέπονταν απ' αυτό, καθώς και ο Α.Ν. 99/1967, χωρίς ο νόμος που τον αντικατέστησε 1387/1983 "περί ομαδικών απολύσεων" να προβλέψει αντίστοιχο σύστημα και επειδή με την παρ. 8 του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990 ορίζεται ότι από της ισχύος του καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη, το μόνο δυνατό και νόμιμο σύστημα σήμερα για καθιέρωση εκ περιτροπής εργασία, είναι αυτό της από κοινού συμφωνίας των μερών, είτε κατά την κατάρτιση της ατομικής σύμβασης (πρόσληψη) είτε κατά τη διάρκεια αυτής με τη λεγόμενη τροποποιητική καταγγελία και κατ' εξαίρεση με μονομερή πράξη του εργοδότη.

Συγκεκριμένα: Με το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 3846/2010, παρέχεται η δυνατότητα μονομερούς από την πλευρά του εργοδότη καθιέρωσης συστήματος εκ περιτροπής εργασίας σε ορισμένες περιπτώσεις περιορισμού της δραστηριότητάς του και πριν την οριστική παύση των εργασιών του υπό τον όρο ότι θα προηγηθούν διαπραγματεύσεις για το πότε και πώς θα εφαρμοσθεί το σύστημα με τους εκπροσώπους των εργαζόμενων. Η απόφαση αυτή του εργοδότη μπορεί να προσβληθεί μόνο στα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια, με βάση την κατάχρηση δικαιώματος του άρθρου 281 Α.Κ., ενώ η αρμόδια Υπηρεσία του Σ.ΕΠ.Ε. στην οποία θα κατατεθεί η απόφαση αυτή μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την λήψη της, δεν έχει δικαίωμα και αρμοδιότητα να κρίνει αν καλώς ή κακώς ο εργοδότης προέβη στη απόφαση αυτή και να αρνείται να παραλάβει την απόφαση του εργοδότη. Αν συμβαίνει αυτό μπορεί να οδηγήσει σε καταγγελία σε βάρος του αρμοδίου υπαλλήλου για παράβαση καθήκοντος και για κατάχρηση εξουσίας.

Με την παρ. 3 του άρθρου 2 του νόμου 3846/2010 ορίσθηκε η έννοια της εκ περιτροπής εργασίας ως εξής: «Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδας ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες όμως ημερήσιο ωράριο» και όχι κατά πλήρες ή μειωμένο, που προέβλεπε η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 2639/1998.

Στην περίπτωση καθιέρωσης συστήματος εκ περιτροπής εργασίας με μονομερή απόφαση του εργοδότη, αυτή θα διαρκεί μέσα σε κάθε ημερολογιακό έτος το πολύ για εννέα (9) μήνες, ενώ αν συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου μπορεί να έχει αόριστη διάρκεια.

Σύμφωνα με το άρθρο 6 της από 26.2.75 ΕΓΣΣΕ, στην περίπτωση καθιέρωσης πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ο μισθωτός δικαιούται πάλι έξη (6) ημερομίσθια την εβδομάδα. Δεδομένου δε ότι, ο χρόνος ασθένειας θεωρείται ως χρόνος πλασματικής εργασίας, ο μισθωτός που ασθένησε τις πέντε (5) ημέρες της εβδομάδας, δικαιούται επίσης τα έξη (6) ημερομίσθια ως αποδοχές ασθενείας που θα ελάμβανε αν παρείχε την εργασία του. Από το οφειλόμενο ποσό ο εργοδότης δικαιούται να αφαιρέσει ότι έλαβε ο μισθωτός από τον ασφαλιστικό του οργανισμό, κατά το διάστημα της ασθένειας σύμφωνα με τα άρθρα 657, 658 ΑΚ.

Εξ άλλου οι αποδοχές ασθενείας που δικαιούνται οι εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει ένα χρόνο εργασίας στον ίδιο εργοδότη σύμφωνα με το άρθρο 657 ΑΚ (ένας μηνιαίος μισθός ή 26 ημερομίσθια ) οφείλονται από τον εργοδότη μία φορά κάθε εργασιακό, κατά τη σωστότερη γνώμη έτος, δηλαδή για το διάστημα από την πρόσληψη του μισθωτού μέχρι την αντίστοιχη ημερομηνία του επόμενου έτους.

Αν κατά τη διάρκεια της αποχής από την εργασία από το ίδιο κώλυμα, συμπληρωθεί εργασιακό έτος και αρχίσει νέο, δεν διατηρείται, κατά τη νομολογία, δικαίωμα λήψης και πάλι των αποδοχών για το ίδιο ανυπαίτιο κώλυμα. (π.χ. ίδια ασθένεια που διαρκεί πέραν του έτους)

Ιδιαίτερα όσον αφορά το κώλυμα εργασίας των γυναικών από προβλήματα εγκυμοσύνης, το οποίο προφανώς είναι διαφορετικό από το κώλυμα της κοινής ασθένειας, στην περίπτωση που η εργαζομένη έλαβε τις αποδοχές του άρθρου 657 ΑΚ λόγω ασθένειάς της , αρχίσει νέο εργασιακό έτος, θα πρέπει να της καταβληθούν, λόγω του κωλύματος της μητρότητας, πάλι οι αποδοχές που ορίζο¬νται στο άρθρο αυτό για την αποχή λόγω διαφορετικού κατά την άποψη του Υπουργείου Εργασίας ανυπαιτίου κωλύματος.

Το Υπουργείο Εργασίας με νεότερο έγγραφό του υποστηρίζει ότι το κώλυμα της άδειας κύησης και λοχείας (17 εβδομάδες πριν και μετά τον τοκετό) σε σχέση με αυτό των προβλημάτων επαπειλούμενης εγκυμοσύνης των πρώτων μηνών της κύησης είναι διαφορετικά και έτσι η εργαζομένη που έλαβε αποδοχές ασθενείας στην πρώτη περίοδο της εγκυμοσύνης της εισέλθει σε νέο εργασιακό έτος κατά την περίοδο των 17 εβδομάδων της άδειας κύησης και λοχείας , δικαιούται και πάλι αποδοχές ασθενείας ενός μηνός από τον εργοδότη.

Ο κλάδος ασφάλισης είναι ΜΙΚΤΑ ΙΚΑ ΕΤΑΜ (ΚΩΔ.101) και ο κωδικός ειδικότητας είναι : 882310.

A. Η υπάλληλος ασφαλίζεται στον κλάδο ΙΚΑ ΜΙΚΤΑ ΕΤΑΜ με ποσοστό ασφάλισης 32,96 (ασφαλισμένου 12,95 – εργοδότη 20,01)

B. Η καμαριέρα ασφαλίζεται στον κλάδο ΒΑΡΕΑ ΙΚΑ ΕΤΑΜ με ποσοστό ασφάλισης 38,56 (ασφαλισμένου 16,40 – εργοδότη 22,16)

Ασφαλίζονται στον ΟΓΑ σύμφωνα με την εγκύκλιο του ΟΓΑ...& την εγκύκλιο του ΙΚΑ 43/13.